Blog

Και ποιος δεν περνούσε από κει! Και τι ευκαιρία για κουτσομπολιό. Και βέβαια περνούσαν και οι τακτικοί πλανόδιοι μικροπωλητές, ο παχουλός νεαρός – ήτανε σπανός, νομίζω –  με τα παγωμένα μυγδαλάκια που σου τα’βαζε σε τσιγαρόχαρτο, όχι πολλά, πέντε δέκα κομμάτια  γιατί ήταν και ακριβούτσικα, και κάποιοι άλλοι που πουλούσαν ξηρούς καρπούς κι αυτοί σε  καλαθάκια, ιδιαίτερα σανφιστίκ σε μικρά σωληνωτά σακουλάκια από τζελατίνα. Οι τελευταίοι πολλές ελπίδες δεν είχαν στη γειτονιά μας γιατί στην άλλη γωνία είχε ο μπαρμπα Διονύσης τη ναυαρχίδα του, ένα μεγάλο καρότσι, στολισμένο με χάρτινες σημαιούλες και φωτισμένο από μια εκτυφλωτική λάμπα λουξ, με χωρίσματα γεμάτα με την πραμάτεια του: όλα τα καλούδια του Θεού, φιστίκια με κέλυφος, τα άλλα τα αλατισμένα με τη χοντρή φλούδα, σανφιστικ, απρόσιτα για τους πολλούς καθότι  ακριβά, λεμπλεμπιά όπως λέγαν τότε τα στραγάλια,  κίτρινα και άσπρα με χοντρούτσικη φλούδα, άσπρα σπόρια από κολοκύθα, και τα περίφημα αγαπημένα μπατιρόσπορα, όλα φρέοκοβουρντισμένα, ζεστά και τραγάνα.

Από την Αγία Σοφία περνούσε κάθε βράδυ αργά μετά την τελευταία προβολή των θερινών κινηματογράφων της Αριστοτέλους και ο περίφημος Βαρνάβας, φιστικάς κι αυτός,  κοντός, μελαχρινός και παχουλός, με μαργιόλικο βλέμμα για ό,τι θηλυκό περνούσε από μπροστά του, και τσιγκελωτό μουστάκι. Τον ακούγαμε πριν τον δούμε, φώναζε με στεντόρεια φωνή «έχουμε και φιστικάκι ροκ εντ ρολ, έεεεεεεελα! Και πλατάγιζε πονηρά τη γλώσσα του.

Στο καφενείο «Η ωραία Νάουσα» γνώρισα και τον Αγγελόπουλο, τον περίφημο «αυτοκράτορα του Βυζαντίου». Τρελός για δέσιμο, κυκλοφορούσε με όλα τα τενέκεδένια παράσημα που ενδεχομένως είχε βρει στα παλιατζίδικα στο Μπιτ Παζάρ, κρεμασμένα στη χακί στρατιωτική καλοκαιρινή στολή του ή στην επίσημη μπλε χλαίνη που φορούσε τον χειμώνα και με το απαραίτητο αστραχάν καλπάκι στο κεφάλι, πλουμισμένο κι αυτό με κάτι σαν έμβλημα που δεν θυμάμαι τι παρίστανε. Ατσαλάκωτος και αστραφτερός στεκόταν στην άκρη του πεζοδρομίου και εκφωνούσε πύρινους λόγους ενάντια στους κομμουνιστές και διακήρυττε την επανίδρυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Και η πιτσιρικαρία τον έκανε χάζι ή τον γιουχάιζε χωρίς η κοροϊδία του να τον πτοεί καθόλου. Αντίθετα όσο πιο πολύ τον χλεύαζαν τόσο μεγάλωνε ο ζήλος του. Ζούσε κοντά στο Πειραματικό στην Ανω Πόλη και η πρόσοψη του σπιτιού του ήταν στολισμένη με δάφνινα στεφάνια και βυζαντινά κίτρινα λάβαρα με τον δικέφαλο αετό.

Εκτιμούσε τον μπαμπά μου και προσπαθούσε να τον πείσει να αναλάβει την διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας (!) «λόγω έντιμου πρότερου βίου. Οσο για σένα, μικρή μου», απευθυνόταν σε μένα, «θα σε κάνω πριγκίπισσα ή κυρία επί των τιμών!» Το χαϊβάνι τον πίστευα και ρωτούσα τον μπαμπά μου αν ο κύριος το εννοούσε. Ο κόσμος τον έκανε χάζι και πολλές φορές βγαίναν από το καφενείο και μαζεύονταν γύρω του και τον χειροκροτούσαν.

Αργότερα, πολύ αργότερα, διάβασα ότι είχε κατηγορηθεί για κακοποίηση της μικρής του κόρης, ότι τον έβαλαν μέσα αλλά μετά βγήκε, ενδεχομένως με επέμβαση του εκδότη της Μακεδονίας Βελλίδη που τον είχε πάρει υπό την προστασία του, τον  είχε τζουτζέ και τον τριγυρνούσε από δω και από κει και γελούσαν όλοι μαζί του. Ευτυχώς δεν ζούσε ο μπαμπάς μου να τα μάθει αυτά, γιατί εμείς τον θεωρούσαμε ένα άκακο ψώνιο, και τον λυπόμασταν κιόλας.

Τέλος θα ήθελα να αναφέρω ακόμα μια περίεργη φιγούρα της Θεσσαλονίκης που την θυμάμαι ολοκάθαρα αλλά δεν μπόρεσα να διασταυρώσω με κανένα συντοπίτη μου πληροφορίες για την ύπαρξή της.

Ηταν μια γυναίκα γύρω στα πενήντα εξήντα, ψηλή ξερακιανή και λιπόσαρκη, με μπουμπάρι κότσο, στη μέση χωρίστρα και περιποιημένο χτένισμα. Εμοιαζε σαν να είχε ξεπηδήσει από τις «Μεγάλες Προσδοκίες» του Ντίκενς. Ντυμένη πάντοτε καλά, με ίσια φούστα, ρομαντική μπλούζα με φρίλιες στον λαιμό και γυαλιά με κοκάλινο σκελετό-πεταλούδα που της έδινε μια κακότροπη έκφραση. Κρατούσε πάντοτε γρίπο, ένα διχτάκι δηλαδή, στο ένα της χέρι και στο άλλο πάντοτε μια ασπρόμαυρη γάτα. Κυκλοφορούσε στη Φράγκων κι εγώ την είχα δει στο  τότε ΙΚΑ που στεγαζόταν στο μεγάλο υπέροχο κτίριο γωνία Φράγκων και Λέοντος Σοφού. Συχνάζαμε εκεί ένα διάστημα γιατί η μαμά μου έχοντας σπουδάσει νομικά προσπαθούσε να βγάλει σύνταξη για τον παππού μου που τη δικαιούνταν βέβαια, και κάθε τρεις και πέντε την έβγαζα στους ξύλινους πάγκους στις μεγάλες αίθουσες γιατί η μαμά μου επέμενε να με κουβαλάει μαζί της. Εκεί την είδα μερικές φορές. Μπορεί κι αυτή να πάσχιζε να βγάλει σύνταξη που εκείνα τα χρόνια δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση. Την απόπαιρναν στα γκισέ, γιατί κουβαλούσε το γατί μαζί της και αυτή αγέρωχη και αριστοκρατική τους γυρνούσε αμίλητη την πλάτη και έφευγε άπρακτη με το γατί της φωλιασμένο στο μπράτσο της.

Ρωτάω παλιούς γι αυτήν τη γυναίκα, κανείς δεν τη θυμάται. Μπορεί και να μην ήταν «σαλή», μπορεί να ήταν ολομόναχη και το γατί της να ήταν ο μοναδικός της σύντροφος. Ποιος να ξέρει….

Τέλος θέλω να γράψω και για μια άλλη εμβληματική φυσιογνωμία της παλιάς Θεσσαλονίκης που κάθε άλλο βέβαια παρά σαλός ήταν. Αντίθετα ήταν επιτυχημένος επιχειρηματίας με τα σημερινά μέτρα και σταθμά. Πρόκειται για τον Ξενοφώντα και το παλαιοβιβλιοπωλείο του που στεγαζόταν στην Καστριτσίου στο παραδιπλανό κτίριο από το σπίτι μας.  

Τον θυμάμαι πολύ καλά, μέτριο ύψος,  σηκωμένα τα μανίκια του πουκάμισου, κούτελο ψηλό και άσπρα μαλλιά που στέκονταν ίσια και όρθια. Αεικίνητος και άοκνος βρισκόταν από το πρωί μέχρι το βράδυ στο μαγαζί του σε ένα  πολύ μικρό χώρο, ένα τραπεζάκι και μια κουτσή παμπάλαια καρέκλα χωρούσε όλο κι όλο. Όλα το υπόλοιπο εμβαδό του μαγαζιού του καλυπτόταν από ατέλειωτες στοίβες βιβλίων, που ήταν θαύμα πώς στέκονταν όρθιες και δεν σωριάζονταν κάτω.

 Όταν άρχιζαν τα σχολεία γέμιζε ο δρόμος μας από πιτσιρικάδες που αγόραζαν λυσάρια ή αγόραζαν και τα  σχολικά γιατί τότε πλήρωνες από την τσέπη σου για να πάρεις τα βιβλία σου. Και μετά, ένα μήνα αργότερα, ερχόταν το φοιτηταριό. Χαλούσε ο κόσμος, σαν συλλαλητήριο ήτανε. Στριμώχνονταν στην  είσοδο του σκονισμένου μαγαζιού, φώναζαν, έσπρωχνε ο ένας τον άλλο… Και μέσα σε αυτό το χάος ο γείτονας Ξενοφώντας σαν στρατηγός και απόλυτος γνώστης των εμπορευμάτων του μαγαζιού ανέβαινε σε ψηλή ανεμόσκαλα,  μπαλαντζάριζε και έλεγες θα γκρεμιστεί, και μαζί μ’αυτόν και τα ετοιμόρροπα ράφια του. Ή κατέβαινε στο υπόγειο, το νταβαντούρι μεγάλωνε,  και να σου το κεφάλι του από την καταπακτή με το τεντωμένο μπράτσο να ανεμίζει το ζητούμενο βιβλίο. Γνώριζε κάθε βιβλίο στον χώρο του με τα στοιβαγμένα βιβλία, τις ατέλειωτες εφημερίδες και τα περιοδικά και εύρισκε χωρίς ούτε στιγμή να διστάσει, χωρίς ούτε στιγμή περιττού ψαξίματος, το βιβλίο που ζητούσε ο πελάτης.

Για τους μερακλήδες του είδους, τους λάτρεις των παλιών βιβλίων, ήταν το σεντούκι με τους θησαυρούς το μαγαζί του. Αυτοί έρχονταν το βραδάκι, ο Ξενοφώντας έβγαζε δυο τρεις καρέκλες γύρω από ένα σκουριασμένο μεταλλικό τραπεζάκι καφενείου που το είχε χειμώνα καλοκαίρι έξω από το μαγαζί και μαζεύονταν και τα λέγανε και πίνανε ουζάκια.

Αργότερα όταν μεγάλωσα και φύγαμε από αυτήν τη γειτονιά,  κατά φεγγάρια περνούσα από το μαγαζί του. Κάποια στιγμή, όταν σπούδαζα στη Γερμανία, στις διακοπές μου στη Θεσσαλονίκη πέρασα από τον παλιό μου δρόμο, ο Ξενοφώντας είχε πεθάνει και το μαγαζί μαζί με την πραμάτεια το είχε πάρει κάποιος άλλος.  

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *